Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Ο Τάκη - Πλούμας (ποίημα του Μιλτιάδη Μαλακάση)


Ύφος: Επικολυρικό, γλαφυρό, της Παλαμικής γενιάς
Γλώσσα: Απλή δημοτική με πολλούς ιδιωματισμούς
Μέτρο: α' και γ' στίχος, ιαμβικός 11σύλλαβος
β' και δ', 10σύλλαβος
Ομοιοκαταληξία: Πλεχτή
Κεντρική ιδέα : Έκφραση θαυμασμού του ποιητή για τον Τάκη - Πλούμα
Γενική εκτίμηση: Αριστοτεχνικός τρόπος απόδοσης. Με την προσωπική του απόδοση ο Μαλακάσης κατόρθωσε να κάνει την ποίηση του πέρα και πάνω από χρόνο και τρόπο, εφόσον μετέτρεψε προσωπικά του βιώματα και μνήμες σε σύμβολα που αφορούν τους Πανέλληνες

-Στα παιδικά μου χρόνια ο πιο μεγάλος
εξάδερφός μου μ' έπαιρνε μαζί
στα πανηγύρια, που ήτανε, παρ' άλλος
πρώτος στην ομορφιά και στην ορμή.
-Τι ωραίος! Τον θυμούμαι, αστραβολούσε
καβάλα στο φαρί του, βυσσινιά
φέρμελη χρυσοκέντητη εφορούσε,
γιουρντάνια από βενέτικα φλουριά.
-Του καπετάν Πασά φόρεσε την πάλα
και το χαρμπί του Μπότσαρη, και δυο,
στης σέλας του δεξάζερβα τη σπάλα,
πιστόλια από τ' Αλή το θησαυρό.
-Φουστανελίτσα φόραε ζυγιασμένη
και κάλτσες και τσαρούχια φουντωτά,
παραγγελιά απ' τα Γιάννενα φερμένη,
γαντζούδια πρεβεζιάνικα, ασημιά.
-Έτσι σιαγμένος, κι έχοντας στον ώμο
το καριοφίλι, χαίτη και λουριά
στο χέρι του, ελαμπάδιαζε το δρόμο,
χιμώντας απ' την πύλη την πλατιά.
-Κι εγώ, λίγο ξοπίσω του, όλο θάμπος,
στο γλήγορο αλογάκι μου κι εγώ,
δυνόμουν να τον φτάσω, κι ήμουν σάμπως
να' χα φτερά, κορμάκι αερινό.
-Κι ως τρέχαμε, θυμάμαι, τα κλεισμένα
στο τουνεζί φεσάκι του αγουρά,
σκόρπια τριγύρα, φέγγανε σαν ένα
γνεφάκι απ' αναμμένη αθημωνιά.
-Κι ως πύρωνες ακόμα στη φευγάλα,
τρικυμισμένος κι όλος μες στο φως,
χρυσόχυτος μου εφάνταζε καβάλα
σαν τον Άϊ-Γιώργη, λίγο πιο μικρός.
-Ω, το λεβέντη του Μεσολογγιού μας,
τον ήλιο της αυγούλας μου ζωής!
Και να μετρώ, και να' ναι ο Τάκη - Πλούμας
Τριάντα τρία χρόνια μες στη γης.

Γλωσσική εξομάλυνση
Φαρί = άλογο (ιππασίας)
Φέρμελη = μεταξοκέντητο γιλέκο
Γιουρντάνια = περιδέραια
Πάλα = σπάλα
Χαρμπί = διακοσμητικό (μικρό) μαχαίρι
Σπάλα = η πλάτη
Γαντζούδια = μικροί γάντζοι, πόρπες
Καριοφίλι = (CARLO E FIGLIO = Κάρολος και γιος) πυροβόλο όπλο,
που γέμιζε από μπροστά
θάμπος = θαυμασμένος
τουνεζί = καμωμένο στην Τύνιδα, κόκκινο (φεσάκι)
αθημωνία  =  (αθημηνία) = σωρός από δεμάτια σιτηρού

Για τους αναγνώστες
Παρθένα Τσοκτουρίδου